Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

TA ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΤΗΣ 21ης



ΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ
ΤΗΣ 21ης

21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 - 23 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974

Με την ευκαιρία των πενήντα χρόνων που συμπληρώνονται από την 21η Απριλίου 1967, θα κυκλοφορήσει ένας τόμος με τα κυριότερα ντοκουμέντα της Επταετίας, γνωστά και άγνωστα, σημαντικές επώνυμες μαρτυρίες.
Πρόλογος-επιμέλεια Δημοσθένη Κούκουνα, έκδοση Ariston Books, 560 σελίδες.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ: ΩΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ!



"ΝΟΜΙΚΩΣ ΕΝΕΡΓΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΣ ΕΠΙΔΙΩΞΙΜΗ" Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΩΝ ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ - ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΡΟΒΑΙΝΟΥΜΕ ΣΕ ...ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ!

Οι δύο Πρόεδροι: Παυλόπουλος της Ελληνικής Δημοκρατίας και Σταϊνμάγιερ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας...


Ειλικρινά αδημονώ πότε θα εξεγερθούν οι συνειδήσεις των αρμοδίων εισαγγελικών αρχών γ ια να αποφασίσουν να ασχοληθούν με ένα σοβαρότατο θέμα που έχει πολλαπλή διάσταση: ηθική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική. Μόνον από επιπολαιότητα θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι η διάστασή του είναι απλώς ιστορική:
Το Κατοχικό Δάνειο!
Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή μάλιστα την 76η επέτειο του δεύτερου ΟΧΙ, δηλαδή της γερμανικής επίθεσης κατά της χώρας μας, ένας γνωστός δικηγόρος και μάλιστα καθηγητής της έδρας Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δήλωσε δημοσίως κατά τον πλέον πανηγυρικό τρόπο ότι η εθνική απαίτηση από τη Γερμανία ως προς το Κατοχικό Δάνειο είναι νομικώς ενεργή και δικαστικώς επιδιώξιμη. Το είπε απερίφραστα, προσθέτοντας μάλιστα ότι η Ελλάδα, αν και πρόκειται περί αυτονοήτου δικαιώματός της να απαιτεί δικαστικώς αυτό που της ανήκει, δεν προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες! Αυτό κατά τη γνώμη του επιβάλλει ο ευρωπαϊκός και νομικός πολιτισμός μας!
Κατά τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το κατοχικό δάνειο που όφειλε η Γερμανία και είχε δεσμευθεί να το εξοφλήσει ανερχόταν σε κεφάλαιο σημερινής αξίας 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, ανατοκιζόμενο δε με ένα χαμηλό επιτόκιο υπερβαίνει σήμερα τα 500 δισεκατομμύρια. Αυτό είναι το χρέος του γερμανικού κράτους προς την Ελλάδα.
Και κατά τη γνώμη του σεβαστού κατά τα άλλα προαναφερθέντος καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών, ο οποίος άλλωστε προσωπικά κατά το παρελθόν με έχει διαβεβαιώσει ότι γνωρίζει πλήρως το θέμα και ότι μάλιστα μετά προσοχής είχε διαβάσει το σχετικό βιβλίο μου, όπου πράγματι περιέχονται πολλά στοιχεία περί του κατοχικού δανείου, δεν το διεκδικούμε για να αποφύγουμε ...μονομερείς ενέργειες.
Σε όλα αυτά, υπάρχει και μια λεπτομέρεια: Ο εν λόγω καθηγητής είναι ο σημερινός Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.
Μήπως θα έπρεπε οι αρμόδιες εισαγγελικές αρχές να δεήσουν να ανοίξουν ένα φάκελο και να ασχοληθούν με τις ευθύνες όσων, ενώ είχαν υποχρέωση να το πράξουν, αμέλησαν ή εκ δόλου παρέλειψαν να διεκδικήσουν το Κατοχικό Δάνειο; Από το 1995 ήδη εκκρεμεί νομικά αυτή η υπόθεση και το γεγονός ότι ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν διστάζει να δηλώσει ανεπιφύλακτα και απερίφραστα ότι η εθνική αυτή απαίτηση είναι ΝΟΜΙΚΩΣ ΕΝΕΡΓΗ και ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΣ ΕΠΙΔΙΩΞΙΜΗ, εφ' όσον δεν αποφασίζουν να την διαχειρισθούν οι πολιτικοί της εκτελεστικής εξουσίας, είναι πλέον θέμα της Ελληνικής Δικαιοσύνης να αναζητήσει ευθύνες για τη μη διεκδίκηση των οφειλομένων.

Δημοσθένης Κούκουνας

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΔΡΑΓΟΥΜΗ


Μπενάκης, Γύπαρης, Σαρτζετάκης...

Περί τη δολοφονία του Δραγούμη το 1920





Για ποικίλους λόγους η δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη, πέρα από το γεγονός ότι αυτή καθεαυτή αποτελεί ένα αίσχος, είναι μία από τις δραματικότερες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας. Ο τόσο άδικος εξολοθρεμός ενός αγνού και μεγάλου Έλληνα, που ήθελε πάντα στη σύντομη ζωή του «να πεθάνει όρθιος», ως γεγονός προκάλεσε μια αλυσίδα αντιδράσεων με απρόσμενες διαστάσεις. Ενώ ο ίδιος ονειρευόταν και ευχόταν κάθε ενέργειά του να ωφελεί το Έθνος και ενώ πάντα ήταν έτοιμος να υποβληθεί σε οποιαδήποτε θυσία γι’ αυτό, ακόμη και με τη ζωή του, η κατάληξη ήταν εντελώς αντίθετη από τις προσδοκίες του.

Πλήθος ανάστατων Αθηναίων έξω από την πατρική κατοικία του επί της λεωφόρου Αμαλίας, που μόλις έχουν πληροφορηθεί την τραγική είδηση της δολοφονίας του Ίωνα Δραγούμη.


Το γεγονός της δολοφονίας του μπορεί να άφησε άναυδη την κοινή γνώμη της εποχής και να διέτρεξε σαν ηλεκτρισμός την εθνική συνείδηση, στην πραγματικότητα όμως λειτούργησε σαν δυναμιτιστική έκρηξη που συμπαρέσυρε τα πάντα. Μόλις είχε γνωσθεί η απόπειρα δολοφονίας του πρωθυπουργού Ελευθ. Βενιζέλου στον σταθμό της Λυόν στο Παρίσι, που εκτελέσθηκε από τους αξιωματικούς Τσερέπη και Κυριάκη. Την επομένη της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, οι δύο φανατισμένοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί είχαν επιχειρήσει τη δολοφονία του μεγάλου πολιτικού. Με τα πρώτα τηλεγραφήματα, το νέο διέτρεξε την Αθήνα και προκάλεσε βρασμό. Η έξαψη αυτή, καθώς μάλιστα οι πρώτες ειδήσεις ανέφεραν ότι σκοτώθηκε ο Βενιζέλος, οδήγησε σε βίαια επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας εναντίον κάθε γνωστού αντιβενιζελικού στόχου. Κάποιοι πολίτες είχαν μεταβληθεί σε όχλο, που κατέστρεφε γραφεία εφημερίδων και σπίτια πολιτικών ηγετών...
Αυτή ήταν η εικόνα της Αθήνας, όταν ο Ίων Δραγούμης, ο μόνος από τους 16 πολιτικούς ηγέτες της αντιπολίτευσης που δεν κρύφτηκε, κατευθυνόταν στο γραφείο του περιοδικού που εξέδιδε τότε, την «Πολιτική Επιθεώρηση», για να γράψει ένα άρθρο που να καταγγέλλει την απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου. Ανεξάρτητα από τη θέλησή του, όχι μόνο δεν πρόλαβε να πλησιάσει το γραφείο του, αλλά βρέθηκε στο επίκεντρο μιας άλλης πολιτικής δολοφονίας, αυτή τη φορά με θύμα τον ίδιο.
Μπορεί η αφορμή να ήταν η αναστάτωση από την είδηση για τη δολοφονία (που τελικά ήταν απόπειρα) κατά του Βενιζέλου, αλλά η εκτέλεση του Δραγούμη δεν είναι βέβαιο ότι είχε ως κύριο χαρακτηριστικό την εκδίκηση. Αν η εκτέλεση διατάχθηκε, εκείνοι που το αποφάσισαν είχαν ήδη πληροφορηθεί ότι ο Βενιζέλος δεν είχε σκοτωθεί. Κάπου κάποιοι επωφελήθηκαν για να περάσουν τα όρια από τον «βρασμό» στην «προμελέτη».
Ούτως ή άλλως μια τέτοια αποτρόπαιη πράξη είναι αναμφίβολα καταδικαστέα, πρωτίστως για την ηθική της διάσταση, αλλά η δολοφονία του συγκεκριμένου προσώπου μόνον από ταπεινές και σκοταδιασμένες ψυχές μπορούσε να αποφασισθεί. Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε και η ψυχή του Δραγούμη δεν έχει βρει την ησυχία της, καθώς τα τρία κύρια πρόσωπα των δολοφόνων δεν έχουν φωτισθεί απόλυτα και φυσικά δεν έχουν λογοδοτήσει.
Παρ’ όλα αυτά, στο διάστημα που μεσολάβησε, η προσωπικότητα του Δραγούμη έχει αναδειχθεί ευρύτερα, το έργο του έχει μελετηθεί, ενώ ακόμη και σήμερα διακρίνεται για τη φρεσκάδα και τη διαχρονική ποιότητά του. Μπορεί το νήμα της ζωής του να αφαιρέθηκε με τέτοιο βάρβαρο τρόπο σε ηλικία ακμής, μόλις 42 ετών, όταν είχε ακόμη πολλά να προσφέρει, αλλά τα μηνύματά του αγκαλιάζουν όλο και περισσότερο – θα το πούμε απλά – όσους αγαπούν και νοιάζονται για την Ελλάδα.
Μέσα στον επάρατο Εθνικό Διχασμό των ημερών εκείνων, ο Ίων Δραγούμης δεν είχε χάσει τον καθαρό του δρόμο και δεν είχε εμπλακεί σε μικροψυχίες, παρά τις πιεστικές προκλήσεις που δεχόταν με τις ατέρμονες σε βάρος του πολιτικές διώξεις. Η πολιτική πραγματικότητα τον είχε απογοητεύσει, αλλά αισθανόταν μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, εκείνο το καυτό μεσημέρι της 31ης Ιουλίου 1920, την ιδιαίτερη ευθύνη του χαρισματικού πολιτικού άνδρα που, πάνω απ’ όλα, ακόμη και πάνω από την ίδια την ύπαρξή του, έχει την Ελλάδα και τον Ελληνισμό.
Γι’ αυτό και γίνεται λόγος για μεγάλη ντροπή, όταν αναφερόμαστε στη δολοφονία του. Αν εμείς οι Έλληνες, βενιζελικοί ή αντιβενιζελικοί της εποχής, θέλαμε να βγάλουμε τα μάτια μας, βρήκαμε τον ιδανικότερο τρόπο. Ο πιο αδυσώπητος εχθρός δεν θα μπορούσε να εμπνευσθεί ένα τέτοιο χτύπημα που υπήρξε καθοριστικό για την πορεία του Έθνους μας.
Ωστόσο η δολοφονία του Δραγούμη δεν ήταν ο κορμός μιας ανθελληνικής προδοσίας. Ήταν απλώς το στίγμα της μικροψυχίας που κορυφώθηκε αξιοποιώντας μια δεδομένη συγκυρία.

Και, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, είτε μέσα από δικαστικές αποφάσεις είτε μέσα από άλλα αναμφισβήτητα τεκμήρια ή προσωπικές μαρτυρίες, έχει διαμορφωθεί από την ιστορική έρευνα το πλαίσιο. Και στο πλαίσιο αυτό εντοπίζονται τρία συγκεκριμένα πρόσωπα ως πρωταγωνιστές: Εμμανουήλ Μπενάκης, Παύλος Γύπαρης και ένας λιγότερο επώνυμος υπαξιωματικός ονόματι Σαρτζέτης ή Σαρτζετάκης...



Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Η ...ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΕΙΡΗΝΗ!




ΚΑΙ ΟΜΩΣ: ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ!



Ουσιαστικά σήμερα είναι μια ακόμα σημαντική εθνική επέτειος που εκφράζει την ηρωική αντίσταση στον Γερμανό εισβολέα. Τόσο ηρωική μάλιστα, ώστε εξαναγκάστηκε ο Χίτλερ να το ομολογήσει δημοσίως ενώπιον του Ράιχσταγκ και ταυτόχρονα να διατάξει την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου. Και όπως είναι γνωστό, ακολούθησε η Κατοχή, η Αντίσταση, αλλά και ταυτόχρονα μια άνευ προηγουμένου οικονομική καταλήστευση μαζί με ανθρώπινες καταστροφές. Κάποια στιγμή οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να απελευθερώσουν τη χώρα, στη συνέχεια έχασαν τον πόλεμο και συνθηκολόγησαν άνευ όρων. Συν τω χρόνω αποκαταστάθηκε το γερμανικό κράτος, με το οποίο σήμερα η Ελλάδα θεωρητικά είναι σύμμαχος στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και βεβαίως εταίρος στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιφανειακά και μόνο - διότι και ο τελευταίος Έλληνας πολίτης βιώνει ασφυκτικά από ετών την ουσιαστική δεύτερη κατοχή, όπως στην πράξη την επιβάλλει και την εφαρμόζει ο Σόιμπλε και οι λοιποί ανθέλληνες συμπατριώτες του. Το αποκαταστημένο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο γερμανικό κράτος μέχρι και σήμερα, 6 Απριλίου 2017, ΕΧΕΙ ΑΡΝΗΘΕΙ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΙΡΗΝΗΣ! Γιατί; Διότι αν την υπέγραφε θα είχε άμεση υποχρέωση να εξοφλήσει το περίφημο Κατοχικό Δάνειο, που σύμφωνα με τις στοιχειοθετημένες εκτιμήσεις μου ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΑ 500 ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΥΡΩ... Αυτό είναι το μεγάλο ΑΙΣΧΟΣ της τωρινής Γερμανίας και αντίστοιχα του δικού μας πολιτικού συστήματος που ΑΝΕΧΘΗΚΕ τη ΜΗ υπογραφή Συνθήκης Ειρήνης. Ο νοών νοείτω. Υ.Γ.: Αντί οποιασδήποτε άλλης χαρακτηριστικής φωτογραφίας από τους Γερμανούς δυνάστες της πρώτης κατοχής, αναρτώ μια αληθινή εικόνα εποχής - η είσοδος των γραφείων της Εφορίας Ηρακλείου φρουρείται από ένοπλους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Χωρίς καμιά διάθεση λαϊκισμού, σήμερα αντίστοιχα καθήκοντα επιτελούν μίσθαρνοι Έλληνες με υπουργικά αξιώματα και όχι μόνο... Υπογραφή: Δημοσθένης Κούκουνας.

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941




Διπλωματικά παρασκήνια
γύρω από τη γερμανική επίθεση
της 6ης Απριλίου 1941

Του Δημοσθένη Κούκουνα


Η επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 4 γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα την ημέρα που εισήλθαν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Σημειωτέον ότι στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και η πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών μέχρι τον Δεκέμβριο 1941, οπότε ενεπλάκησαν στον παγκόσμιο πόλεμο.

Στις παραμονές της γερμανικής επίθεσης (6 Απριλίου 1941), ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα πρίγκιπαςΈρμπαχ, έχοντας ήδη εμπειρία από τη θέση στην οποία βρέθηκε η ιταλική παροικία λίγους μήνες νωριτερα κατά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, οπότε τα μέλη της εγκλείσθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή υπό περιορισμό σε άλλα οικήματα, ενδιαφέρθηκε προληπτικά για την τύχη των συμπατριωτών του και ζήτησε οδηγίες από το Βερολίνο:
«Αθήνα, 2 Απριλίου 1941
Η θέση της γερμανικής παροικίας, λόγω της ολοένα αυξανόμενης παρουσίας αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων, γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη. Υπάρχει κυρίως ο κίνδυνος να εγκλεισθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όλοι οι ευρισκόμενοι σε στρατεύσιμη ηλικία. Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι οι Γερμανοί πολίτες, που έμειναν εδώ, είναι ανάγκη, προκειμένου να επιστρέψουν στη Γερμανία, να έχουν πλήρεις διαβεβαιώσεις για την προστασία τους και να τους καταβληθούν τα έξοδα του ταξιδιού τους. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα ανωτέρω, παρακαλείσθε να μας στείλετε οδηγίες: α) Αν ισχύουν ακόμη οι πολιτικοί λόγοι που υπήρχαν μέχρι σήμερα εναντίον της μετακίνησης όλων των πολιτών που ανήκουν στο Τρίτο Ράιχ. β) Αν πρέπει να διαταχθεί η άμεση αναχώρησή τους. γ) Αν εκεί [στο Βερολίνο] υπάρχουν λόγοι αμφιβολίας για την επιστροφή τους μέσω Σερβίας.
Μέχρι τώρα δεν ήταν δυνατόν, ύστερα από διαταγές της ελληνικής κυβέρνησης για στρατιωτικούς λόγους, να ταξιδεύουν Γερμανοί πολίτες μέσω Ανατολικής Μακεδονίας προς Βουλγαρία ή Τουρκία. Παρακαλώ να δοθούν εντολές επ’ αυτών διότι είναι πολυάριθμες οι εδώ γερμανικές οικογένειες – με πολλά και μικρά παιδιά – όπως και το προσωπικό της πρεσβείας».
Η απάντηση από το Βερολίνο είναι ολιγόλογη, αλλά αρκετά σαφής. Μπορεί να επισημάνει κανείς ότι για τη γερμανική παροικία της Αθήνας δεν έχει υπάρξει καμιά πρόνοια και αφήνεται στην τύχη της:
«Λόγω της ιδιαίτερα ανώμαλης κατάστασης, δεν μπορεί πλέον να ληφθεί μέριμνα για την ομαδική αναχώρηση και επιστροφή της γερμανικής παροικίας».
Τελικά, στις 5 Απριλίου έφθανε στα χέρια του Γερμανού πρεσβευτή στην Αθήνα πρίγκιπα Έρμπαχ το ακόλουθο τηλεγράφημα του Ρίμπεντροπ:
«Παρακαλείσθε όπως την Κυριακή 6 Απριλίου και ώρα 5.20 θερινή Γερμανίας, ειδοποιήσετε τον εκεί υπουργό Εξωτερικών ότι έχετε να του ανακοινώσετε κάτι απολύτως επείγον και είναι ανάγκη να τον συναντήσετε αμέσως. Παρακαλείσθε να ανακοινώσετε στον υπουργό Εξωτερικών τα εξής:
Αυτή την ώρα παραδίδεται στον Έλληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο από τον υπουργό Εξωτερικών του Ράιχ διακοίνωση, καθώς και συνημμένο υπόμνημα.
Στα έγγραφα αυτά θα αναπτύσσεται ότι, επειδή δεν τηρήθηκε αυστηρή ουδετερότητα εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, από τις αρχές του πολέμου, και ύστερα από την ανεύρεση σε έγγραφα του Γαλλικού Στρατηγείου, που βρίσκονται στα χέρια της γερμανικής κυβέρνησης, πολλών θετικών στοιχείων και αποδείξεων γι’ αυτό, αποδεικνύονται τα εξής.
Δεν μπορεί πλέον η γερμανική κυβέρνηση να παρακολουθεί απαθώς την ανώμαλη κατάσταση που δημιουργήθηκε εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, ύστερα από την είσοδο ισχυρών αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφός της. Κατόπιν αυτού, η γερμανική κυβέρνηση διέταξε τα στρατεύματά της να εκδιώξουν από το ελληνικό έδαφος τις αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις. Κάθε αντίσταση κατά των γερμανικών πολεμικών δυνάμεων θα παταχθεί χωρίς διάκριση. Στο υπόμνημα τονίζεται ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθρός του ελληνικού λαού και ότι ο γερμανικός λαός δεν επιθυμεί να πολεμήσει τον ελληνικό λαό και να τον καταστρέψει εντελώς. Το κτύπημα που αναγκάζεται να δώσει η Γερμανία επί ελληνικού εδάφους αφορά κυρίως την Αγγλία. Παρακαλείσθε να μην αποφύγετε να κάνετε οποιαδήποτε διευκρίνιση για την ανακοίνωση αυτή. Υπόθεση της ελληνικής κυβέρνησης είναι να φροντίσει για την ασφάλεια του προσωπικού της πρεσβείας. Πρέπει αμέσως να βεβαιωθεί η λήψη του τηλεγραφήματος αυτού, καθώς επίσης είναι ανάγκη να καταστραφεί όλο το απόρρητο υλικό που υπάρχει. Η συσκευή ασυρμάτου να αχρηστευθεί, εκτός αν μπορεί να αποκρυβεί».
Με χαρακτηριστική για Γερμανό διπλωμάτη ευσυνειδησία ο πρίγκιπας Έρμπαχ εκτέλεσε την εντολή που είχε. Επισκέφθηκε το πρωί της 6ης Απριλίου 1941 τον πρωθυπουργό Αλ. Κοριζή και του επέδωσε το γερμανικό τελεσίγραφο που αποτελούσε κήρυξη πολέμου. Ήταν μια κίνηση αναμενόμενη και η κοινή γνώμη δεν εξεπλάγη. Ο δημοσιογράφος και εκδότης της «Καθημερινής» Γεώργιος Βλάχος είχε δημοσιεύσει προ μηνός την περίφημη «ανοικτή επιστολή προς την Α.Ε. τον κ. Αδόλφον Χίτλερ, αρχικαγκελάριον του γερμανικού κράτους», αφού από την 1η Μαρτίου γερμανικά στρατεύματα είχαν ουσιαστικά καταλάβει τη Βουλγαρία και η ίδια είχε προσχωρήσει την ίδια ημέρα στον Άξονα, εκθέτοντας πώς και γιατί η Ελλάδα ήταν αποφασισμένη να αντισταθεί στη γερμανική επίθεση. Επρόκειτο για θέμα ηθικής τάξεως, εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε ελπίδα να επαναληφθεί το Έπος της Αλβανίας. Το γερμανικό επιτελείο είχε μελετήσει με ακρίβεια τις απαραίτητες κινήσεις και είχε συγκεντρωθεί στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα πολύς στρατός εμπειροπόλεμος και με τεράστια ισχύ σε τεχνικά μέσα.
Ο Ιω. Μεταξάς εγκαίρως είχε ενδιαφερθεί για την οχύρωση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, οργανώνοντας την ομώνυμη αμυντική γραμμή που αποδείχθηκε επιτυχής, έστω και αν δεν προέβλεπε την αντιμετώπιση του γερμανικού στρατού όταν ανεγειρόταν. Ωστόσο, για πολιτικούς λόγους, δεν είχε προβλεφθεί η επέκταση της «γραμμής Μεταξά» και στην ελληνογιουγκοσλαβική μεθόριο, από το κενό της οποίας πραγματοποιήθηκε η γερμανική εισβολή.
Η είσοδος των Γερμανών στη Γιουγκοσλαβία υπήρξε σχεδόν ανεμπόδιστη, ώστε μέσα σε ένα 48ωρο οι γερμανικές δυνάμεις να έχουν περάσει το γιουγκοσλαβικό έδαφος και να βρίσκονται έξω από τη Θεσσαλονίκη. Υπό καθεστώς πανικού είχαν αντιμετωπίσει οι γείτονές μας, των οποίων η κυβέρνηση μόλις προ ελαχίστων ημερών είχε αποδεχθεί τη γερμανική παραχώρηση της Θεσσαλονίκης και ευθύς μετά είχε ανατραπεί, τη γερμανική επίθεση. Υπάρχουν πολλά δραματικά περιστατικά εκείνου του πανικού, που έφθανε μέχρι τα ανώτερα κλιμάκια. Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι το αρχικό σχέδιο «Μαρίτα», ιδίως όπως διαμορφώθηκε όταν οι Γερμανοί επέτυχαν την πρόσκαιρη προσχώρηση της Γιουγκοσλαβίας στο Τριμερές, προέβλεπε ότι η προσβολή του ελληνικού εδάφους θα γινόταν μόνο μέσω της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Η υπαναχώρηση των Γιουγκοσλάβων άλλαξε τα δεδομένα και έτσι οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν το γιουγκοσλαβικό έδαφος για να καταλάβουν τη Μακεδονία και τη Θράκη, που διαφορετικά θα είχαν να καταβάλουν πολύ κοπιώδη και χρονοβόρο προσπάθεια για να το επιτύχουν. Από το στοιχείο αυτό θα μπορούσε κανείς να εκτιμήσει ότι τελικά το πραξικόπημα Σίμοβιτς ωφέλησε αποκλειστικά και μόνο τη Γερμανία.
Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα υπήρξε γρήγορη, αφού υπερφαλαγγίσθηκε η ηρωική αντίσταση των οχυρών της Γραμμής Μεταξά, το νέο Έπος που προκάλεσε τον θαυμασμό εχθρών και φίλων. Από τις 9 Απριλίου είχε παραδοθεί η Θεσσαλονίκη, ενώ τρεις μέρες αργότερα επιτεύχθηκε η επαφή των γερμανικών στρατευμάτων με τα ιταλικά. Την ίδια ημέρα (12 Απριλίου) οι Γερμανοί εισέρχονταν στο Βελιγράδι, το οποίο ήδη είχε πληγεί σκληρά με αεροπορικούς βομβαρδισμούς και πολλές χιλιάδες θυμάτων.
Η περίπτωση να καταληφθεί από τους Γερμανούς ολόκληρη η Ελλάδα ήταν πλέον απολύτως ορατή. Γινόταν κατανοητό ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να προβληθεί ελληνική αντίσταση ανάλογη με εκείνη που προβλήθηκε στα αλβανικά βουνά. Ο Γεώργιος Β΄ κάλεσε τον Βρετανό πρεσβευτή Πάλαιρετ και του ζήτησε να διαβιβάσει στην κυβέρνησή του τα ακόλουθα τρία αιτήματα, προκειμένου η Ελλάδα να είναι σε θέση να συνεχίσει τον πόλεμο στο εξωτερικό: α) Ο ελληνικός στόλος να καταφύγει στην Αλεξάνδρεια. β) Να μεταφερθούν οι 40.000 Έλληνες στρατιώτες, που βρίσκονταν υπό εκγύμναση στην Πελοπόννησο, στην Κύπρο ώστε να αποτελέσουν τον πυρήνα του νέου ελληνικού στρατού. γ) Να θεωρηθεί, έστω και προσωρινά, ως ελληνικό έδαφος ένα τμήμα της Κύπρου, ώστε να εγκατασταθεί εκεί ο Βασιλεύς και η κυβέρνηση. Το ζήτημα της μεταφοράς της έδρας του ελληνικού κράτους στην Κύπρο είχε τεθεί προς την αγγλική πλευρά και λίγες μέρες πριν από τη γερμανική επίθεση, στις 31 Μαρτίου, όταν ο υπουργός Εξωτερικών Ήντεν βρισκόταν και πάλι στην Αθήνα.
Η βρετανική απάντηση ήταν θετική ως προς το πρώτο αίτημα, ενώ θα εξεταζόταν το δεύτερο. Για το τρίτο δεν δινόταν θετική απάντηση, ως προς την παραχώρηση κυπριακού εδάφους, με την υπόμνηση ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε ενδεχομένως να εγκατασταθεί στην Κύπρο υπό καθεστώς ετεροδικίας και με άσκηση πλήρους εξουσίας, όπως συνέβαινε ήδη με τις εξόριστες στο Λονδίνο κυβερνήσεις Πολωνίας, Ολλανδίας, Νορβηγίας κ.ά. Η ελληνική κυβέρνηση επανήλθε στο ίδιο θέμα και πάλι τις επόμενες μέρες, ακόμη και από την Κρήτη όπου βρισκόταν, αλλά της δόθηκε η ίδια απάντηση. Η Αγγλία δεν είχε την παραμικρή διάθεση να αποποιηθεί των δικαιωμάτων της τη στιγμή εκείνη, ίσως διότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι, αν και νικήτρια, θα ήταν ο μεγάλος ηττημένος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου από εδαφικής πλευράς.

…Μετά τις 6 Απριλίου 1941 τα μέλη της γερμανικής πρεσβείας είχαν παραμείνει στην Αθήνα και λόγω της ραγδαίας εξελίξεως των γεγονότων δεν είχε καταστεί δυνατή η απομάκρυνσή τους εκτός των ελληνικών συνόρων, όπως αντίστοιχα είχε συμβεί με τους Ιταλούς διπλωμάτες. Ο Άγγλος πρεσβευτής Πάλαιρετ πίεσε την ελληνική κυβέρνηση να συλλάβει τους Γερμανούς διπλωμάτες και να τους μεταφέρει δίκην αιχμαλώτων πολέμου στην Κρήτη, όπου θα ήταν η νέα έδρα της, καταργουμένης όμως έτσι της διπλωματικής ασυλίας τους. Δύο 24ωρα πριν από την αναχώρηση της κυβέρνησης για την Κρήτη, το απόγευμα της 21ης Απριλίου, ο ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος Γάφος επισκέφθηκε τον Γερμανό πρεσβευτή Έρμπαχ και του ζήτησε να ετοιμασθεί μαζί με το προσωπικό του για αναχώρηση. Στην αρχή ο Έρμπαχ δέχθηκε, αφού πριν ζήτησε η μεταφορά του να είναι ασφαλής.
Αργότερα όμως έστειλε στον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών Τσουδερό τον πρεσβευτή της Σουηδίας, που μετά την 6η Απριλίου είχε αναλάβει την προστασία των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα, ο οποίος διαβίβασε τη δήλωση του Έρμπαχ ότι μόνο με τη χρησιμοποίηση βίας θα άφηνε την πρεσβεία του.
Ύστερα απ’ αυτή την αιφνίδια εξέλιξη έγινε σύσκεψη μεταξύ Βασιλέως, πρωθυπουργού και Άγγλου πρεσβευτή, ο οποίος όμως επέμενε φορτικά, προτείνοντας επί πλέον την παροχή βρετανικής στρατιωτικής βοήθειας για την εκτέλεση του σχεδίου. Κλήθηκε ο Σουηδός πρεσβευτής, ο οποίος άρχισε διαπραγματεύσεις, πηγαινοερχόμενος μεταξύ υπουργείου Εξωτερικών και γερμανικής πρεσβείας, ενώ ένοπλοι αστυφύλακες κύκλωσαν το κτίριο της πρεσβείας, έτοιμοι να εισβάλουν και να συλλάβουν πρεσβευτή και διπλωμάτες.
Στο σημείο αυτό παρενέβη μια επιτροπή που εκπροσωπούσε το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων διπλωματών, με επικεφαλής τον γενικό διευθυντή Α. Δελμούζο, και αντέδρασε στην κυβερνητική απόφαση, απειλώντας ότι αν εφαρμοζόταν θα υπέβαλαν ομαδικά την παραίτησή τους. Αυτό ήταν αφορμή για να ματαιωθεί η αιχμαλωσία των Γερμανών διπλωματών, που ήταν αντίθετη στο διεθνές δίκαιο και που εγκυμονούσε τον προφανή κίνδυνο εφαρμογής αντιποίνων στους Έλληνες διπλωμάτες (τρεις πρεσβευτές και 150 υπάλληλοι) που βρίσκονταν στη Γερμανία.
Σε σημείωμα αρμόδιας υπηρεσίας του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 25 Απριλίου αναφέρεται μεταξύ άλλων για την τύχη των Ελλήνων διπλωματικών:
«…Το προσωπικό της ελληνικής πρεσβείας στη Γερμανία και στις κατεχόμενες χώρες βρίσκεται ακόμη στο Φρίντριχσχάφεν, στο ξενοδοχείο “Κουργκάρτεν”. Ανέρχεται συνολικά σε 63 άτομα. Επίσης πρέπει να προστεθεί η ευρισκόμενη στο σανατόριο Βάλντχαους στο Γκρούνεβαλντ σοβαρά ασθενής κόρη του Έλληνα πρεσβευτή με τον σύζυγό της (Σ.Σ. πρόκειται περί του μεταπολεμικά γνωστού αεροδιαστημικού Γιάννη Αργύρη)  και τη μητέρα της. Επίσης δώδεκα άτομα της πρώην ελληνικής πρεσβείας στο Βελιγράδι και ο άλλοτε γενικός πρόξενος στα Σκόπια, που βρίσκονται αυτή τη στιγμή καθ’ οδόν προς Φρίντριχσχάφεν».

Για την τύχη στην Ελλάδα των Γερμανών διπλωματών και των μελών της γερμανικής παροικίας (περίπου 650 ατόμων), στις 18 Απριλίου αναμεταδίδεται από τον Γερμανό πρεσβευτή στη Στοκχόλμη το ακόλουθο τηλεγράφημα του Σουηδού πρεσβευτή στην Αθήνα:
«Οι Γερμανοί πρόξενοι Καλαμάτας και Πάτρας βρίσκονται στην οικία του Γερμανού πάστορα της Αθήνας, ο πρόξενος Κέρκυρας είναι προφανώς καθ’ οδόν προς την Αθήνα, ενώ ο πρόξενος Βόλου με την οικογένειά του επιθυμεί να παραμείνει εκεί. Το προξενείο Χανίων και το προσωπικό του προξενείου Σάμου θα μεταφερθούν απευθείας στην Τουρκία. Ο προϊστάμενος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, σύμφωνα με την επιθυμία που εξέφρασε, παραμένει με την υπόλοιπη γερμανική παροικία. Από το προσωπικό της πρεσβείας, ο πρεσβευτής, ο σύμβουλος του πρεσβευτή, δύο γραμματείς και οι στρατιωτικοί ακόλουθοι με τις οικογένειές τους, αποτελώντας μοναδική εξαίρεση, διαμένουν από την έκρηξη του πολέμου στην ιδιωτική κατοικία του πρεσβευτή ή στις δικές τους κατοικίες. Ένας βοηθός του στρατιωτικού ακολούθου, δύο ακόλουθοι Τύπου, ο ακόλουθος επί των πολιτιστικών σχέσεων και ο σύμβουλος πρεσβείας Χες μαζί με τις οικογένειές τους εγκαταστάθηκαν, εν αγνοία μου για λόγους ασφαλείας στην πρεσβεία. Η σύζυγος και τα τέκνα του συμβούλου της πρεσβείας, του εμπορικού ακολούθου, ένας ακόλουθος Τύπου και ένας πολιτιστικών σχέσεων, με τις οικογένειές τους, επανήλθαν στις κατοικίες τους. Οι υπόλοιποι προτιμούν να παραμείνουν στην πρεσβεία, όπου οι αστυνομικές αρχές, για να μην προδοθούν, απαγόρευσαν το ηλεκτρικό φως. Παρά τα διαβήματά μου, χορηγήθηκε ηλεκτρικό ρεύμα μόνο στην κατοικία του πρεσβευτή. Το μεγαλύτερο μέρος του βοηθητικού προσωπικού μεταφέρθηκε από τις αρχές στα γραφεία της γερμανικής πρεσβείας. Μικρός αριθμός βρίσκεται στην κατοικία του πρεσβευτή, καθώς και στις κατοικίες όπου έχει περιορισθεί η γερμανική παροικία. Όλοι οι ανωτέρω είναι υγιείς».
Ανακεφαλαιώνοντας, μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα, ο πρεσβευτής της Γερμανίας Έρμπαχ ενημερώνει το Βερολίνο με τηλεγράφημά του (28 Απριλίου):
«Από την κήρυξη του πολέμου μέχρι την άφιξη των γερμανικών στρατευμάτων, όλοι οι εδώ Γερμανοί, ιδίως οι ανήκοντες στην παροικία, τελούσαν υπό περιορισμό σε τρεις τόπους διαμονής που επιλέξαμε, στην πρεσβευτική κατοικία, στις κατοικίες μερικών από τους διπλωματικούς μας υπαλλήλους και στο κτίριο της πρεσβείας. Η χρησιμοποίηση του κτιρίου της πρεσβείας, που δεν την είχαμε προβλέψει, διατάχθηκε από την αστυνομία, η οποία επέβαλε την εκκένωση των κατοικιών όλων των Γερμανών διπλωματών πλην της δικής μου. Οι οικίες αυτές υποβλήθηκαν σε έρευνα, ενώ σε μια περίπτωση σημειώθηκε βίαιη είσοδος.
Εκτός από το τυχαίο αυτό περιστατικό, η συμπεριφορά της Αστυνομίας υπήρξε ως επί το πλείστον άψογη και ευγενική.
Οι Πρόξενοι Καλαμάτας, Κορίνθου και Πάτρας ήταν επίσης έγκλειστοι. Ο Πρόξενος Βόλου θέλησε να παραμείνει εκεί. Ο Πρόξενος Σάμου δεν μπόρεσε να φθάσει στην Αθήνα. Πρέπει να ομολογηθεί ότι οι Έλληνες υποβλήθηκαν πράγματι σε μεγάλους κόπους στην προσπάθεια να πραγματοποιηθεί η μεταφορά του προσωπικού της πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, δεν υπήρξε όμως από την αρχή η κατάλληλη προετοιμασία γι’ αυτό. Στις 22 Απριλίου μας δηλώθηκε ότι ήταν ανάγκη να ακολουθήσουμε την κυβέρνηση στη νέα της έδρα, σ’ αυτό όμως το σημείο τελικά υπαναχώρησαν. Ως εκπρόσωπος της χώρας που ανέλαβε την προστασία των συμφερόντων μας ορίσθηκε ο σύμβουλος της σουηδικής πρεσβείας Άλλαρντ, ο οποίος αποδείχθηκε εξαιρετικός χάρη στην ενεργητικότητα και τις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλε. Οι ανώτεροι υπάλληλοι του υπουργείου Εξωτερικών, στην προσπάθειά τους να με εξυπηρετήσουν, βρέθηκαν στις 22 Απριλίου σε δύσκολη θέση απέναντι στον πανίσχυρο υπουργό Ασφαλείας Μανιαδάκη, οι μηχανορραφίες του οποίου τελικά δεν καρποφόρησαν».
Αυτά έλεγε ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα 'Ερμπαχ την επομένη της κατάληψης της ελληνικής πρωτεύουσας από τους Γερμανούς. Σε προσωπικό επίπεδο, ήδη βρισκόταν υπό δυσμένεια και ανακλήθηκε, χωρίς να του ανατεθεί άλλο πόστο. Τις πρώτες κατοχικές μέρες εμφανίστηκε με ειδική αποστολή ο Γερμανός διπλωμάτης Φέλιξ Μπέντσλερ, ενώ αμέσως μετά τοποθετήθηκε ως ειδικός πληρεξούσιος του Φύρερ για την Ελλάδα ο Γκύντερ Άλτενμπουργκ, ο ουσιαστικός πολιτικός διοικητής της κατεχόμενης χώρας.


Ειδικά για τη γερμανική επίθεση στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Historia το ομότιτλο βιβλίο του ιστορικού συγγραφέα Δημοσθένη Κούκουνα (έκδοση 2016). 


Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β΄



1947: Ο θάνατος του βασιλιά Γεωργίου Β΄

Του Δημοσθένη Κούκουνα



Έτος 1947. Ήταν Τρίτη και ήταν Πρωταπριλιά. Τα εθνικά γεγονότα ήταν κρίσιμα, καθώς ο ανταρτοπόλεμος ήταν σε έξαρση και μόλις πριν λίγες μέρες είχε διατυπωθεί στην Ουάσιγκτον το περίφημο «Δόγμα Τρούμαν», αλλά μια χαλάρωση και κλίμα αναθάρρησης είχε προσφέρει η ανάληψη καθηκόντων από τον στρατιωτικό διοικητή Δωδεκανήσου ναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη, που το περασμένο Σαββατοκύριακο είχε εγκατασταθεί στη Ρόδο. Ο ναύαρχος Ιωαννίδης ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας, ως χήρος της πριγκίπισσας Μαρίας, και ο Σπύρος Μελάς, που είχε παραστεί στην επίσημη τελετή της Ρόδου, μόλις γύρισε στην Αθήνα επεσήμανε κάποιες προληπτικές ενδείξεις και τις ανέφερε στο τακτικό χρονογράφημά του, που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Δύο οιωνοί».
Αλλά και ο Σπύρος Μαρκεζίνης στο περιθώριο της ιστορίας του για τη νεώτερη Ελλάδα κάνει μνεία για την «προφητεία» ενός φημισμένου τότε μέντιουμ του Κολωνακίου, που πριν από την επάνοδο του βασιλέως Γεωργίου Β’ τον Σεπτέμβριο 1946 είχε προβλέψει ότι μέσα σε έξι μήνες θα πεθάνει. Για την ακρίβεια πέθανε σε έξι μήνες και τέσσερις μέρες!
Όπως και αν έχει το πράγμα, όταν το μεσημέρι της μοιραίας εκείνης ημέρας κυκλοφόρησε αστραπιαία η είδηση ότι ο βασιλιάς είχε πεθάνει, όποιος το άκουγε το έπαιρνε σαν ένα κρύο πρωταπριλιάτικο αστείο. Κανείς δεν το πίστευε μέχρι να του το επιβεβαιώσουν ξανά και ξανά, ώσπου το θλιβερό νέο ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο και άρχισαν να κυκλοφορούν έκτακτα παραρτήματα των εφημερίδων, ενώ οι σημαίες των δημοσίων κτιρίων κατέβαιναν επί των κοντών μεσίστιες.
Την επόμενη μέρα χρειάστηκε να εκδοθεί μια επίσημη ανακοίνωση από το Πολιτικό Γραφείο του Βασιλέως, δίνοντας λεπτομέρειες για τον βασιλικό θάνατο:
«Περί την 1.15 μ.μ. εις το Υπασπιστήριον των Ανακτόρων ευρίσκοντο πλην του υπασπιστού της υπηρεσίας συνταγματάρχου κ. Πάλλη, ο Μέγας Τελετάρχης της Α.Μ. κ. Λεβίδης και ο Ίππαρχος Στρατηγός Μελάς, οι οποίοι και ανέμενον να γίνουν δεκτοί υπό της Α.Μ. του Βασιλέως.
»Η Α.Μ. ο Βασιλεύς Γεώργιος όλως ιδιαιτέρως χθες δεν είχε κατέλθει ενωρίς εκ των ιδιαιτέρων διαμερισμάτων Του. Κατελθών περί την 1.30 μ.μ. εζήτησε να ίδη τον Μέγαν Τελετάρχην μετά του οποίου και συνεζήτησε τρέχοντα υπηρεσιακά ζητήματα. Ανερχόμενος την κλίμακα διά να προγευματίση εσταμάτησεν ως ενίοτε εσυνήθιζε εις το μέσον της κλίμακος διά να αναπαυθή. Συνεχίζων την άνοδον είπεν εις τον κ. Λεβίδην να ανακοινώση εις τον Στρατηγόν Μελάν, (ο οποίος επίσης ανέμενε να γίνη δεκτός παρ’ Αυτού) ότι θα τον εδέχετο το απόγευμα.
»Εισελθών εις την τραπεζαρίαν Του διά να προγευματίση είπεν εις τον θαλαμηπόλον Του ότι είχε πολύ όρεξιν και ότι δεν θα επρογευμάτιζεν. Εζήτησε δε να του φέρουν ένα “κοσωμμέ”. Όταν επανήλθεν ο θαλαμηπόλος εύρεν Αυτόν εξηπλωμένον εις ένα καναπέ αναπνέοντα με δυσκολίαν. Ειδοποιηθέντες παρά του θαλαμηπόλου οι ευρισκόμενοι εις το υπασπιστήριον συνταγματάρχης Πάλλης και στρατηγός Μελάς έσπευσαν αμέσως εις την αίθουσαν όπου ευρίσκετο ο Βασιλεύς και ευρόντες Αυτόν εις την ιδίαν θέσιν μετά μεγίστης δυσκολίας αναπνέοντα, τους οφθαλμούς ημικλείστους και τας χείρας εσταυρωμένας επί του στομάχου Του έλυσαν τον λαιμοδέτην Του και ηλευθέρωσαν το στήθος από τα ενδύματά Του ίνα τον διευκολύνουν εις την αναπνοήν Του. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς έφερε πολιτικήν ενδυμασίαν.
»Αμέσως ο Στρατηγός Μελάς επεκοινώνησε τηλεφωνικώς μετά της οικίας του ιατρού της Αυλής κ. Αναστασοπούλου, όστις όμως απουσίαζεν. Επιβάς αυτοκινήτου μετέβη εις το νοσοκομείον «Ο Ευαγγελισμός», χωρίς όμως και πάλιν να δυνηθή να εύρη ιατρόν.
»Τελικώς αναζητήσας τον ιατρόν κ. Οικονομόπουλον εύρεν αυτόν προγευματίζοντα εις την οικίαν του και μετ’ αυτού μετέβη αμέσως εις τα Ανάκτορα. Αλλά το μοιραίον είχε πλέον επέλθει. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς Γεώργιος είχεν εκπνεύσει. Παρ’ Αυτόν ευρίσκετο η Α.Β.Υ. η Πριγκίπισσα Αικατερίνη.
»Ειδοποιηθείς αμέσως η Α.Β.Υ. ο Διάδοχος Παύλος εις τα Ανάκτορα Ψυχικού, κατήρχετο μετ’ ολίγον μετά της συζύγου του Α.Β.Υ. Πριγκιπίσσης Φρειδερίκης εις τα Ανάκτορα, όπου εύρε τον Βασιλέα αδελφόν του Νεκρόν».
Έτσι περιγράφηκε επίσημα το τέλος του Γεωργίου Β’, ο οποίος σημειωτέον το περασμένο βράδυ είχε παρακολουθήσει, συνοδευόμενος από τον Παύλο, τη Φρειδερίκη και τις άλλες πριγκίπισσες, στον κινηματογράφο «Παλλάς» της οδού Βουκουρεστίου μια αγγλική ταινία. Προηγουμένως, το απόγευμα εκείνο είχε ζητήσει από τον Παναγιώτη Πιπινέλη να του κάνει παρέα για να πιουν μαζί ένα τσάι. Ο Πιπινέλης, που τότε ήταν αρχηγός του Πολιτικού Οίκου του Βασιλέως, περιγράφει για τη συνάντηση εκείνη στο βιβλίο του «Γεώργιος Β’»:
«Από τα δύο μεγάλα ανάκλιντρα εγγύς εις την πυράν, ο Βασιλεύς μοι παρεχώρησε την εσπέραν εκείνην, το κάθισμα επί του οποίου εκάθητο συνήθως ο ίδιος. Είχον ούτω ενώπιόν μου την ήρεμον μαγείαν των δένδρων του βασιλικού κήπου, όπου ήρχιζεν ήδη να βυθίζηται εις τον ύπνον μία από τας απαλοτέρας αττικάς ανοίξεις. Οι πέπλοι της εσπέρας εκυλίοντο ανεπαισθήτως ο εις μετά τον άλλον επάνω εις τον χρυσούν ουρανόν και τα πυκνά φυλλώματα των μεγάλων πεύκων, ενώ ό,τι υπήρχε ζωντανόν εις τον κόσμον των πτηνών και των αρωμάτων επανελάμβανε τα χαρωπά τελευταία τραγούδια. Από παντού ήρχοντο αι χαρωπαί προσκλήσεις διά τον πολύηχον ύπνον της ανοίξεως και εις το κέντρον της ανοίξεως αυτής η βαρεία σκιά του Βασιλέως, ο οποίος έμενεν ακίνητος ως αν ήκουε και αυτός το χαρωπόν εκείνο προσκλητήριον διά τον άλλον, τον αιώνιον ύπνον.
»Δεν ηδυνάμην να έχω κανέν είδος προαισθήματος διά το επικείμενον τέλος. Αλλ’ ο Βασιλεύς εφαίνετο ιδιαιτέρως μελαγχολικός και κουρασμένος. Μου ωμίλησε διά τον πόνον τον οποίον ησθάνετο εις την ωμοπλάτην και διά την εξέτασιν εις την οποίαν τον είχεν υποβάλει ο ιατρός της Αυλής, διά την έλλειψιν κινήσεως και καθαρού αέρος, διά το Τατόι, το οποίον δεν ηδύνατο ακόμη να κατοικήση.
»Προσεπάθησα να φέρω την συνομιλίαν προς άλλας πλέον ενθαρρυντικάς σκέψεις, προς την επίσκεψιν του Μεσολογγίου, άλλων πόλεων της Ελλάδος και προς αυτά τα πολιτικά θέματα διά να διεγείρω έστω και μίαν τεχνητήν ζωηρότητα εις τας σκέψεις του.
»Αλλ’ η συνομιλία κατέπιπτε διαρκώς κουρασμένη, ως ένα πληγωμένο πουλί, ανίσχυρον πλέον διά τον υψηλόν ουρανόν. Αλλ’ ο Βασιλεύς δεν ήθελε να διακόψη την συνομιλίαν. Η ώρα επροχώρει και το βασιλικόν γραφείον είχε σχεδόν βυθισθή εις το σκότος. Εν αίσθημα βαθυτάτης μελαγχολίας με εκράτει ακίνητον, όταν αιφνιδίως ο Βασιλεύς ετινάχθη όρθιος:
»–Είναι αργά, είπε. Και έχω να μεταβώ εις την παράστασιν της αγγλικής ταινίας. Πόσον θα ήθελον να το αποφύγω. Αλλά το υπεσχέθην και είναι τώρα έργα διά να τους ειδοποιήσω!»
Πράγματι, πήγε και παρακολούθησε την ταινία «Ερρίκος Ε’», αλλά δεν αισθανόταν καλά. Στη Φρειδερίκη, που καθόταν δίπλα του, σε μια στιγμή τής εκμυστηρεύτηκε ότι δεν αισθανόταν καλά. Άλλωστε, και την προηγούμενη μέρα, που συνήθως κάθε Κυριακή πήγαινε στο ανάκτορο του Ψυχικού για φαγητό, είχε ειδοποιήσει ότι δεν θα πήγαινε γιατί δεν αισθανόταν καλά.
Από τα πρώτα χρόνια της εξορίας του στο Λονδίνο, ο Γεώργιος Β’ είχε συνδεθεί με μια ωραία ξανθειά Αγγλίδα, την κ. Μπρίτον Τζόουνς. Την είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στις Ινδίες, όπου ήταν προσκεκλημένος του αντιβασιλέως. Τότε εκείνη ήταν σύζυγος ενός Άγγλου αξιωματούχου, τον οποίο αργότερα διαζεύχθηκε. Πριν από την παλινόρθωση του 1935, ο δεσμός είχε εξελιχθεί πολύ σοβαρός και το ζεύγος ήταν καθημερινά μαζί, ενώ συχνά έκαναν συντροφιά με το αντίστοιχο ζεύγος Εδουάρδου-Γουόλις Σίμσον. Αντίθετα από τον Εδουάρδο, που προτίμησε να θυσιάσει τον θρόνο για την αγαπημένη του, ο Γεώργιος Β’ όταν επανήλθε στην Ελλάδα το 1935 απέφυγε να δώσει λαβές. Ωστόσο, υπήρξε τότε μια έντονη φημολογία, που έφθασε και στις στήλες των εφημερίδων, ότι ο Γεώργιος Β’ είχε αποκτήσει ένα παιδί μαζί της, γεγονός που ήταν εντελώς φανταστικό.
Το 1941, μετά τη Μάχη της Κρήτης, ο Γεώργιος Β’ επέλεξε να ζήσει και πάλι στο Λονδίνο. Όπως ήταν επόμενο, ο δεσμός του αναζωπυρώθηκε, αν και στην προηγούμενη περίοδο 1935-41 δεν είχε ατονήσει, καθώς γίνονταν συχνές επισκέψεις του Γεωργίου στο Λονδίνο ή της Αγγλίδας στην Αθήνα και στην Κέρκυρα. Με την επανεγκατάστασή του στο Λονδίνο όμως, το ζεύγος άρχισε πλέον να ζει συνέχεια μαζί, προτιμώντας να κατευθύνεται σε βρετανικές εξοχές για εκδρομές.
Μετά την Απελευθέρωση ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ ήταν σε αναμονή, αλλά είχε πλέον αποφασίσει να κάνει μεγαλύτερα βήματα στη σχέση του με την ξανθιά Αγγλίδα. Αγόρασε στις αρχές του 1946 μια ωραία κατοικία στην αριστοκρατική συνοικία Μπελγκρέβια του Λονδίνου και άρχισαν από κοινού να την επιπλώνουν και να την διακοσμούν, αγοράζοντας πίνακες και άλλα αντικείμενα τέχνης. Ο Γεώργιος είχε αρχίσει να έχει εντονότερες ενοχλήσεις στην υγεία του και προσανατολιζόταν ώστε, αφού δεν είχε άμεσους επιγόνους, να παραιτηθεί αργότερα υπέρ του αδελφού του και ο ίδιος να μείνει μόνιμα στο Λονδίνο.
Τον Σεπτέμβριο 1946, μετά την επιτυχή έκβαση του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ η κ. Μπρίτον Τζόουνς παρέμεινε στο Λονδίνο. Αλληλογραφούσαν τακτικά μεταξύ τους και σε μια επιστολή του, ένα εικοσαήμερο πριν από τον θάνατό του, στις 11 Μαρτίου 1947, παραπονιόταν για τα προβλήματα υγείας που είχε. Της έγραφε μεταξύ άλλων:
«Αυτά τα καταραμένα γηρασμένα νεύρα μου ήρχισαν να θέλουν να με υποτάξουν! Και αυτοί οι ανόητοι πόνοι εις το στήθος, αι σκοτοδίναι και οι πονοκέφαλοι! Απελπισμένος εκάλεσα τον γέρον Αναστασόπουλον, ο οποίος απλώς μου επανέλαβεν ό,τι όλοι οι ιατροί του Λονδίνου μού είχον είπει προηγουμένως. Τίποτε το οργανικόν δεν υπάρχει, μόνον ζήτημα νεύρων εξαντληθέντων από υπερκόπωσιν! Εννοείται ότι η ζωή μου δεν είναι ό,τι χρειάζεται διά να βελτιώσω αυτήν την κατάστασιν. Μόλις και μετά βίας εξέρχομαι. Ακατάστατος δίαιτα και φροντίδες διά να τρελλαθή κανείς!»
Αλλά και την προπαραμονή του θανάτου του, 30 Μαρτίου, της έγραψε και πάλι ένα γράμμα, που όμως δεν ολοκληρώθηκε και βεβαίως δεν στάλθηκε ποτέ. Έγραφε μεταξύ άλλων:
«...Αλλά δεν γνωρίζω πόσα από όλα αυτά θα ημπορέσω να κάμω, διότι αισθάνομαι τόσον τελείως εξηντλημένος! Τας τελευταίας 4 ή 5 ημέρας είχον περισσοτέρους και σφοδροτέρους πόνους, οι οποίοι με εξήντλησαν και με απεθάρρυναν τόσον πολύ. Εκάλεσα τον Αναστασόπουλον χθες. Αρχίζει αύριον ενέσεις. Επανέλαβε την παλαιάν ιστορίαν του ότι δεν πρόκειται περί οιασδήποτε οργανικής ανωμαλίας: μόνον νεύρα! Φοβούμαι ότι υπήρξα ολίγον ξηρός με αυτόν, διότι δεν με μέλλει τι είναι. Θέλω μόνον κάτι τι να με ανακουφίση, να αισθανθώ και πάλιν εν ανθρώπινον ον. Σήμερον δεν είχον πόνους, αλλά αισθάνομαι τόσον αδύνατος, ώστε δεν θα ημπορούσα να κάνω το παραμικρόν».
Οι συχνές ενοχλήσεις και τα παράπονα που εξέφραζε, λογικά θα έπρεπε να είχαν προβληματίσει περισσότερο τον γιατρό του, ο οποίος αρκούνταν να τον καθησυχάζει αποδίδοντας σε υπερκόπωση τα συμπτώματα. Η αιτία στο πιστοποιητικό θανάτου, που υπέγραψε ο ίδιος ο γιατρός του, αναφέρει συγκοπή καρδίας, αλλά και αρτηριακή στένωση.
Μόλις βεβαιώθηκε ο θάνατος του Γεωργίου Β’, στις 2 το μεσημέρι, κλήθηκε στα ανάκτορα της Ηρώδου Αττικού ο αδελφός του, που βρισκόταν στο Ψυχικό, και φυσικά ενημερώθηκε ο πρωθυπουργός Δημ. Μάξιμος. Στις 3.30 μ.μ. συνεδρίασε εκτάκτως το υπουργικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Παύλου. Η συνεδρίαση κράτησε επί μία ώρα και αποφασίστηκαν οι διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθηθούν. Έγινε γνωστό τότε ότι η Φρειδερίκη είχε ασπασθεί την Ορθοδοξία ένα εικοσαήμερο νωρίτερα από τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, που της είχε κάνει την κατήχηση.
Επιτροχάδην οργανώθηκε για τις 8 μ.μ. στα ανάκτορα, στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου, μια τελετή ορκωμοσίας που θα έπρεπε να γίνει την ίδια μέρα, ώστε η χώρα να μην στερείται ανωτάτου άρχοντος. Κλήθηκαν επειγόντως όλοι οι υπουργοί, οι πολιτικοί αρχηγοί, οι βουλευτές, η στρατιωτική και η δικαστική ηγεσία, οι ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι, οι διοικητές των μεγάλων τραπεζών και άλλοι παράγοντες. Παρόντα ήταν και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας που βρίσκονταν στην Ελλάδα, μαυροντυμένες οι πριγκίπισσες Αικατερίνη, Ελένη Νικολάου και Αλίκη, καθώς και ο μικρός μέχρι τότε επίδοξος διάδοχος Κωνσταντίνος. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, συνοδευόμενος από πέντε συνοδικούς, όρκισε τον νέο βασιλέα Παύλο, ο οποίος έφερε στολή ναυάρχου.
Στις 8 μ.μ. ακριβώς ο πρωθυπουργός Μάξιμος ανάγγειλε επίσημα στους παρισταμένους τον θάνατο του Γεωργίου Β’ και μετά ο Παύλος ορκίστηκε:
«Ομνύω εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος να προστατεύω την επικρατούσαν θρησκείαν των Ελλήνων, να φυλάττω το Σύνταγμα και τους Νόμους του Ελληνικού Κράτους και να διατηρώ και υπερασπίζω την Εθνικήν Ανεξαρτησίαν και ακεραιότητα του Ελληνικού Κράτους».
Μισή ώρα νωρίτερα, ο Βρετανός πρεσβευτής Νόρτον επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό και είχε μια σύντομη συνομιλία. Κατά την επίσημη εκδοχή, μετέφερε τα συλλυπητήρια του πρωθυπουργού του, Κλήμεντ Άττλη. Μετά τη σύντομη τελετή, που έληξε με ζητωκραυγή όλων των παρισταμένων υπέρ του νέου βασιλιά, ακολούθησε υπουργικό συμβούλιο και ύστερα το πρώτο διάγγελμα του Παύλου Α’:
«Έλληνες,
Με ραγισμένην την καρδίαν σάς αναγγέλλω τον πρόωρον θάνατον του αγαπημένου μου αδελφού, του Βασιλέως μας Γεωργίου Β’. Αφήνει τον κόσμον αυτόν με την συνείδησιν ήρεμον ότι δεν υπήρξε θυσία ανθρωπίνη την οποίαν δεν προσέφερεν εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος. Καλούμενος σήμερον να συνεχίσω το έργον Του θα αφοσιώσω όλην την δύναμιν της ψυχής μου διά το καλόν του Έθνους. Η αιωνία μας Πατρίς μάς καλεί σήμερον εις ένα αγώνα υπάρξεως διά την ανεξαρτησίαν της και τας ελευθερίας της. Ηνωμένοι θα τον φέρωμεν εις πέρας.
Ζήτω η Ελλάς!»
Η κηδεία του Γεωργίου Β’ ορίστηκε να γίνει την επομένη Κυριακή, 6 Απριλίου 1947. Η ημερομηνία συνέπιπτε με την έναρξη του ελληνογερμανικού πολέμου, έξι χρόνια νωρίτερα. Έγινε με επισημότητα στη Μητρόπολη Αθηνών, όπου από τριημέρου είχε μεταφερθεί η σορός του, ενώ η ταφή του έγινε στους βασιλικούς τάφους της Δεκέλειας, όπου ο ίδιος ο Γεώργιος είχε υποδείξει σε ανύποπτο χρόνο σε ποιο σημείο ήθελε να ταφεί. Για την κηδεία του είχαν φθάσει όλα σχεδόν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, καθώς και η Αγγλίδα Μπρίτον Τζόουνς, που είχε φθάσει από το Λονδίνο αθόρυβα, συνοδευόμενη από την δούκισσα του Κεντ Μαρίνα, που ήταν κόρη του πρίγκιπα Νικολάου.
Ο Στέλιος Χουρμούζιος, που υπήρξε αργότερα προσωπικός γραμματέας του βασιλιά Παύλου, στο βιβλίο του «No Ordinary Crown» (Λονδίνο 1972), κάνει μνεία μιας ενδιαφέρουσας λεπτομέρειας. Ενώ τα μέλη της κυβερνήσεως Μαξίμου και οι στενοί συγγενείς του εκλιπόντος παρίσταντο στην ταφή, η νέα βασίλισσα έριξε μια ματιά και διαπίστωσε ότι η ξανθιά Αγγλίδα, τηρώντας το πρωτόκολλο, βρισκόταν απόμερα. Κατευθύνθηκε προς εκείνη, την τράβηξε από τους ώμους και την έφερε μπροστά από τον βασιλικό τάφο, ενώ αναπέμπονταν οι επικήδειες ευχές. Ήταν μια καθαρά ανθρώπινη στιγμή...
Γλαφυρός ο Σπύρος Μελάς, στο χρονογράφημά του της επόμενης από την κηδεία ημέρας στην εφημερίδα «Εμπρός», κάνει μια λυρική περιγραφή του γεγονότος και της ατμόσφαιρας, αλλά και μια προφητική πρόβλεψη για τον επτάχρονο τότε πρίγκιπα Κωνσταντίνο:
«Ένα στήθος είχε το αμέτρητο πλήθος της Κυριακής, όταν ξεπροβάδιζε το βασιληά της Νίκης στην τελευταία του κατοικία. Και μέσα σ’ αυτό, το τεράστιο στήθος, μια καρδιά σπαραγμένη, μια ψυχή βαθειά θλιμμένη. Δεν υπήρξαν Ελλάδες. Μια και μόνη, μ’ έναν παλμό, μ’ ένα ρίγος, μ’ ένα λυγμό, τον απεχαιρέτισε όταν τον περνούσαν, επάνω στον κιλλίβαντα, περιστοιχισμένον από τις δοξασμένες σημαίες και τις τιμημένες λόγχες των στρατιωτών του, στην επιβλητική πορεία προς τον τάφο και την αθανασία της Ιστορίας. Αλλ’ ούτε ο κιλλίβας, ούτε το φέρετρον, ούτε η μεγαλοπρεπέστατη ακολουθία, ούτε του στρατού το λαμπρό πλαίσιον, ούτε του ιερατείου η αυστηρά γραφικότης, ούτε των επισήμων η παρέλασις, δεν απετέλεσαν το κέντρον του αχανούς και πρωτοφανούς πίνακος της βασιλικής κηδείας.
»Στην απέραντη, ζωντανή και υπέροχη τοιχογραφία, που το πένθος συνέθεσε την Κυριακή, την κεντρική, την ολόπρωτη θέσι κατείχε ο λαός, που, σαν κολοσσιαίος χορός αρχαίας τραγωδίας, προσήλθε να θρηνήση, να ψάλη τον «κομόν» γύρω από το νεκρό βασιληά του. Αυτές οι μυριάδες των δακρυβρέκτων ματιών – αυτές οι αναρίθμητες λαϊκές μορφές ανδρών, γυναικών, παιδιών, που πλαισίωναν τους δρόμους της νεκρικής πομπής, χλωμές και συνεσπασμένες σ’ ένα και τον αυτόν σπασμόν ψυχικής οδύνης, αποτελούσαν το κύριο, το αλησμόνητο μέρος της επιβλητικής εικόνος. Αυτοί οι αυστηροί νοικοκυραίοι, δεν θα θρηνούσαν έτσι ούτε τον πατέρα, ούτε τον αδελφό τους. Αυτοί οι άνθρωποι του λαού, που τα τραχειά μάγουλά τους αγνοούν την υγρή θερμότητα των δακρύων. Αυτές οι γριούλες, με τα ψιθυριστά μοιρολόγια, που εστάθησαν γερτές, στα κράσπεδα της νεκρικής παρελάσεως σαν ιτιές στις όχθες του Αχέροντος – να τι αποτελούσε το πραγματικό μεγαλείο της κηδείας...
»Ο λαός απάντησε με τον τρόπο που ξαίρει αυτός μονάχα στις ελεεινές συκοφαντίες των εχθρών της Ελλάδος, ότι ο τόπος ετυραννείτο από μισητό βασιληά, καθισμένον στα στήθη του έθνους, με τη δύναμι ξένων λογχών. Αποκρίθηκε με την ευλάβειά του προς το νεκρό αγαπητού και σεβαστού ηγεμόνος, με τις γονυκλισίες και τα δάκρυά του, με την απόλυτη ένωσί του σ’ ένα πάνδημο και ειλικρινέστατο πένθος. Από τα ύψη της φωτεινής ζώνης των Μακάρων η πικραμένη ψυχή του βασιληά θεωρούσε τη βαθύτατη λύπη του λαού του και αναγάλιαζε στο στοχασμό, πως οι αγρύπνιες του, οι πόνοι του, οι πίκρες μακράς εξορίας, οι μόχθοι του, δεν επήγαν χαμένοι, αφού ευγνώμων λαός αναγνωρίζει και τιμά το μεγάλο του έργο.
»Μετά το πλήθος, που πρωταγωνίστησε στη σεμνή, αλλά μεγαλειώδη εκδήλωσι της Κυριακής, ένα παιδάκι κράτησε, μέσα στον αχανή πίνακα του πένθους, το ρόλο του δευτεραγωνιστή. Αυτό το παιδάκι, που μόλις επρόφθασε ν’ αρχίση να ζη, είναι ήδη μια δημοφιλεστάτη προσωπικότης. Όλα τα δακρυσμένα μάτια το υπεδέχοντο με λάμψι γελαστή, το χάιδευαν με ματιά τρυφερή. Αν μπορούσαν θα τ’ άρπαζαν, τα πλήθη θα το σήκωναν ψηλά και θα το γέμιζαν φιλιά. Περπατούσε πίσω από το φέρετρο του νεκρού θείου του, πλάι στον πατέρα του, μ’ ένα ύφος σοβαρό, αταίριαστο στην ηλικία του, με το κεφάλι ψηλά, ευθυτενές κυπαρισσάκι, προσπαθώντας να φέρη το μικρό διασκέλισμά του στο ρυθμό των μεγάλων βημάτων του βασιληά. Δεν τα κατάφερνε πάντα κι αναγκαζότανε, κάθε τόσο, να ταχύνη. Στην παιδιάστικη μορφή του ήτανε χυμένη πρόωρη αυστηρότης, σαν να είχε πλήρη συναίσθησι του αξιώματός του και προ πάντων του μεγάλου ονόματος που βαρύνει τους τρυφερούς ώμους του: Ο μικρός διάδοχος Κωνσταντίνος... Τα πλήθη καμαρώνουν τον εστεμμένο αυτό πιτσιρίκο, που δεν δείχνει καμμιά περιέργεια για όσα γίνονται γύρω του, αλλά κυττάζει κατ’ ευθείαν εμπρός, επίσημος, σχεδόν επιβλητικός, σαν μεγάλος.
»Όλοι θυμούνται τώρα το νόστιμο επεισόδιο της εικοστής πέμπτης Μαρτίου, στη Μητρόπολι, όταν η διαδοχική οικογένεια κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να μπη στην εκκλησία. Η αδελφή του πήγε να προπορευθή. Την τράβηξε από το φόρεμα και βγήκε μπροστά, να... προστατεύση το προβάδισμά του! Ο κόσμος είχε γελάσει τότε. Την Κυριακή, βλέποντάς τον πλάι στον πατέρα του, με τόση συναίσθησι του διαδοχικού του αξιώματος, και του ονόματός του, συγκρατούσε το κλάμα για να καμαρώση το βλασταράκι, που ποιος ξαίρει τι έχει γραμμένο γι’ αυτό η Μοίρα, μέσα στην πολυτάραχη ροή της εθνικής Ιστορίας...».









Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄ ΚΑΙ 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ




Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄
ΚΑΙ Η 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Του Δημοσθένη Κούκουνα
  
Σήμερα είναι κοινός τόπος ότι η επάνοδος του βασιλιά Γεωργίου Β’ στην Ελλάδα το 1935 εξασφάλιζε για τα επόμενα χρόνια μια σταθερή φιλοβρετανική πολιτική. Την εποχή εκείνη όμως, δηλαδή το φθινόπωρο του 1935, τίποτε δεν ήταν βέβαιο. Οι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες που προκάλεσαν ή διευκόλυναν την πολιτειακή μεταβολή δεν ήταν απαραιτήτως αγγλόφιλοι. Μάλιστα οι δύο ισχυρότεροι εξ αυτών, εκείνοι στους οποίους οφείλεται τελικά η παλινόρθωση, δεν είχαν τέτοια τάση καν. Ο μεν Γεώργιος Κονδύλης ήταν γαλλόφιλος, ο δε Ιωάννης Θεοτόκης γερμανόφιλος. Ως γνωστόν, και οι δύο, παρά τις δεδομένες υπηρεσίες τους στην παλινόρθωση, δεν θα χρησιμοποιηθούν περαιτέρω.
Οι αρμόδιες αγγλικές υπηρεσίες θα πρέπει να ήταν ικανοποιημένες, αφού ύστερα από το αποτυχόν κίνημα του Μαρτίου 1935 έβλεπαν να παλινορθώνεται η μοναρχία στην Ελλάδα. Φυσικά για εκείνες το θέμα δεν ήταν ποιοι καλύτεροι θα διοικούσαν τη χώρα, αλλά πόσο πιο αποτελεσματικοί θα αποδεικνύονταν με το να εφαρμόσουν μια πολιτική που θα εξυπηρετούσε τη Μεγάλη Βρετανία.
Μια σειρά θανάτων πολιτικών ηγετών κατά τη διάρκεια του 1936 ξεκαθαρίζει την ατμόσφαιρα και εδραιώνει ένα δικτατορικό καθεστώς. Τον Ιανουάριο 1936 πεθαίνει ο Γεώργιος Κονδύλης, τον Μάρτιο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τον Απρίλιο ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής και τον επόμενο μήνα ο Παναγής Τσαλδάρης (τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο 1936 θα πεθάνουν αντίστοιχα οι Αλ. Ζαΐμης και Αλ. Παπαναστασίου). Είναι προφανές ότι ένα νέο πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται με απόντες τους αρχηγούς των δύο μεγάλων παρατάξεων και ενώ ταυτόχρονα γίνονται διεργασίες και ανταγωνισμοί για την ανάδειξη των διαδόχων ηγεσιών. Ταυτόχρονα στερεώνεται η βασιλική εύνοια προς τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος από υπουργός Στρατιωτικών (με συγκεκριμένη δέσμευση να επιτύχει την αποτροπή νέου στρατιωτικού πραξικοπήματος από δεξιούς αξιωματικούς) στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση Δεμερτζή προάγεται σε αντιπρόεδρο και τελικά τον αντικαθιστά, όταν εκείνος πεθαίνει.
Στις 4 Αυγούστου 1936 η κοινοβουλευτική κυβέρνηση Μεταξά μετατρέπεται σε δικτατορική. Ουσιαστικά δεν θα εκφράζει πλέον αποκλειστικά την καθαυτό δεξιά, αλλά θα είναι υπερκομματική, αφού βεβαίως θα είναι αντι-κομματική και αντι-κοινοβουλευτική. Ήδη στο πρώτο 24ωρο από τη μεταβολή, προσλαμβάνεται ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος, ένας από τους κυριότερους συνεργάτες του Ελευθ. Βενιζέλου στο παρελθόν (θα παραμείνει για λίγους μόνο μήνες στη θέση του, μέχρι τον Ιανουάριο 1937, όταν διαφώνησε με τον Μεταξά αναφορικά με τις ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις). Αλλά και στα προηγηθέντα 24ωρα, ο Μεταξάς είχε κατορθώσει να πείσει τον Σοφοκλή Βενιζέλο για την αναγκαιότητα της δικτατορίας. Ο γιος του ιδρυτή του Κόμματος Φιλελευθέρων, εν δυνάμει διάδοχος και μέλος της νέας ηγεσίας του κόμματος, είχε συμφωνήσει με τον Μεταξά και είχε εξασφαλίσει την αντιπροεδρία όταν θα κηρυσσόταν η δικτατορία. Τελικά ο Μεταξάς θα τον αγνοήσει, προκρίνοντας τον ομογάλακτο Ζαβιτσιάνο.
Αλλά η δικτατορία δεν ήταν κάτι το απεχθές τότε. Υπήρχαν πολλές φωνές στην παραδοσιακή δεξιά που την ζητούσαν, αλλά και στον βενιζελικό και βενιζελογενή χώρο υπήρχαν επίσης πολλές. Ο κοινοβουλευτισμός και οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν ήταν προϋπόθεση της πολιτικής ζωής, π.χ. για τον Αλ. Παπαναστασίου ή τον Νικ. Πλαστήρα, αλλά και για πολλούς άλλους δευτερότερους ηγέτες. Οι πλέον φανατικοί υπέρμαχοι της δημοκρατίας, τουλάχιστον κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, δεν θεωρούσαν απαραιτήτως απεχθή τη δικτατορία, όσο τη μοναρχία. Άλλωστε όταν μιλούσαν για δημοκρατία εννοούσαν την πολιτειακή και μόνο μορφή ενός αβασίλευτου πολιτεύματος και όχι τις αυτονόητες σταθερές διαδικασίες ενός δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, είτε θα ήταν βασιλευόμενο είτε όχι.
Η έλευση του Γεωργίου Β’ τον Νοέμβριο 1935 έχει μια μακρά προϊστορία και δεν είναι το αποτέλεσμα μιας αιφνιδιαστικής ενέργειας κάποιων. Η βρετανική ηγεσία με προσεκτικούς χειρισμούς έχει καλλιεργήσει καταστάσεις και προϋποθέσεις, ενώ έχει πεισθεί ότι η επάνοδός του θα σταθεροποιήσει ευμενώς προς αυτήν την ελληνική εξωτερική πολιτική. Ας μην ξεχνάμε ότι δύο μήνες μετά την επιστροφή του Γεωργίου, τον Ιανουάριο του 1936, στον βρετανικό θρόνο ανέρχεται ο Εδουάρδος Η’. Οι δύο βασιλείς, ανεξαρτήτως της συγγενείας τους, είναι εκ παραλλήλου στενότατοι φίλοι από πολλών ετών, η δε Γουόλις Σίμπσον (που την εποχή εκείνη επηρεάζει, ανησυχητικά για τις βρετανικές υπηρεσίες, τον Εδουάρδο, αλλά δεν είναι ακόμη γνωστός δημοσίως ο δεσμός της μαζί του) συμπαθεί τον Γεώργιο, καθώς και μια Αγγλίδα κυρία με την οποία συνδεόταν ο τελευταίος. Οι δύο βασιλείς έχουν συνδεθεί στενότατα, διότι έχουν κάποια κοινά στοιχεία στον εσωστρεφή χαρακτήρα τους, ενώ επιπροσθέτως και οι δύο συνδέονται αισθηματικά με εν διαστάσει κυρίες και βεβαίως αποφεύγουν την ανοικτή ζωή. Στα τελευταία χρόνια έχουν περάσει μαζί όλο τον ελεύθερο χρόνο τους και σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο.
Δεν πρέπει να μας διαφύγει της προσοχής ότι μόλις δύο εβδομάδες μετά την κήρυξη της δικτατορίας, ο νέος βασιλιάς της Μεγ. Βρετανίας είχε επισκεφθεί ανεπίσημα την Ελλάδα, όπου παρέμεινε αρκετές μέρες. Μαζί με προσωπικούς φίλους και φυσικά με την κ. Σίμπσον επισκέφθηκαν στην Κέρκυρα τον Γεώργιο και την Αγγλίδα κ. Τζόουνς που συζούσε μαζί του παρασκηνιακά. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Εδουάρδος βρισκόταν στην Αθήνα και δέχθηκε στην πρεσβεία του τον Ιωάννη Μεταξά, με τον οποίο συζήτησαν επί δύο ώρες.
 Ακόμη και η μεταβολή της 4ης Αυγούστου θα συμβάλει αποτελεσματικότερα σ’ αυτό. Μέσα σε λίγους μήνες, οι δύο νέοι ηγέτες της χώρας, ο Γεώργιος Β’ και ο Ι. Μεταξάς, είναι εκείνοι που θα εγγυώνται εφεξής τη σταθερότητα αυτής της νέας πολιτικής, ενώ τη σταθερότητα του νέου καθεστώτος εγγυάται με τη σειρά του ο νέος αρχηγός ΓΕΣ Αλέξανδρος Παπάγος, ο βασικός πρωταγωνιστής της επιτάχυνσης των διαδικασιών της παλινόρθωσης.
Το επιβληθέν καθεστώς συγκεντρώνει την επιδοκιμασία πολλών. Η Βρετανία, όπως και η Γαλλία, το αποδέχονται και το στηρίζουν. Από την άλλη μεριά, η Γερμανία και η Ιταλία δεν έχουν κανένα λόγο να αρνηθούν να δουν με καλό μάτι την ύπαρξη ενός δικτατορικού καθεστώτος, το οποίο στα επόμενα χρόνια θα επιβεβαιώσει πολλές κοινές αντιλήψεις.
Βεβαίως στη συνέχεια θα διαπιστωθεί ότι η δικτατορία Μεταξά δεν είχε καμιά σχέση με τον ιταλικό φασισμό ή τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ούτε με την ισπανική ή την πορτογαλική δικτατορία ή με άλλου είδους παρόμοια καθεστώτα. Μπορεί να έχουμε και στη χώρα μας την έλλειψη του κοινοβουλίου και των ατομικών ελευθεριών, αλλά ένα βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί είναι η μη ύπαρξη μονοκομματικού κράτους. Και ούτε κατά διάνοια λόγος περί επανάστασης, που θα εξέφραζε ένα τμήμα του λαού.
Ανάμεσα στις 3 και στις 5 Αυγούστου τίποτε δεν είχε αλλάξει, εξαιρέσει των μεταβολών στους θεσμούς. Κανείς δεν αντέδρασε, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε την ημέρα που κηρύχθηκε η δικτατορία. Φυσικά από την επόμενη ημέρα θα εκδηλωθούν κάποιες διαμαρτυρίες των πολιτικών αρχηγών, όχι όλων όμως. Σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας, καμιά απολύτως ανησυχία ή αντίδραση δεν υπήρξε ούτε στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, ούτε στα Βαλκάνια.
Τόσο ο βασιλιάς, όσο και ο νέος δικτάτορας, είχαν ήδη εκδηλώσει την προσήλωσή τους σε μια φιλοβρετανική πολιτική, στηριζόμενη στο δόγμα ότι ως θαλασσινή δύναμη η Αγγλία είναι εκείνη που μπορεί καλύτερα να προστατεύσει τα ελληνικά συμφέροντα. Στον στενότερο ορίζοντα της Βαλκανικής, η Ελλάδα ήταν μόνιμα προσανατολισμένη στη διατήρηση φιλικών σχέσεων με τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία, ενώ έναντι της Βουλγαρίας διατηρούσε πάντα μια επιφυλακτική στάση, αφού η τελευταία δεν έπαυε να οραματίζεται την έξοδό της στο Αιγαίο.
Με τη Βρετανία οι σχέσεις της Ελλάδος ήταν μεν πάντα θερμές, αλλά η αδυναμία της πρώτης να απορροφήσει την εξαγώγιμη παραγωγή της δεύτερης, ιδίως τα καπνά της, οδήγησε σε μια σταδιακή παράλληλη αύξηση της γερμανικής επιρροής, λόγω του ελληνογερμανικού κλήριγκ που αυξήθηκε.

Όπως είναι ευνόητο, με την εδραίωση της δικτατορίας Μεταξά, ενισχύθηκε η βρετανική διείσδυση στην ελληνική οικονομία. Ένας σκοτεινός Βρετανός που έπαιζε ρόλο οικονομικού δικτάτορα στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας 1920, ο Τζέραλντ Τάλμποτ, άλλοτε πλωτάρχης και προϊστάμενος των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών την εποχή του Διχασμού, ο οποίος ξαφνικά βρέθηκε να είναι ο μεγαλομέτοχος τεραστίων οικονομικών συγκροτημάτων στην Αγγλία και παράλληλα να έχει στην Αθήνα το μονοπώλιο της ενέργειας (ηλεκτρισμός και πετρέλαια) και της συγκοινωνίας (τραμ, λεωφορεία, ηλεκτρικός κ.ά.), αλλά και τον έλεγχο πολλών άλλων επιχειρήσεων, μετά την 4η Αυγούστου έκανε νέες επωφελείς συμφωνίες. Το 1937, σε κάποια φάση των διαπραγματεύσεων που διεξήγαγε ο Τάλμποτ με την κυβέρνηση Μεταξά, ο αρμόδιος υπουργός αντέδρασε για τις υπερβολικές αξιώσεις του. Το αποτέλεσμα ήταν ο υπουργός εκείνος (Γ. Σπυρίδωνος) να λάβει «άδεια» 15 ημερών, στο διάστημα αυτό να αναπληρωθεί από άλλον υπουργό (Ανδρ. Αποστολίδης), ο οποίος όμως προηγουμένως ήταν έμμισθος υπάλληλος του Τάλμποτ, και το θέμα να «ρυθμισθεί»...